Κυριακή, Μαρτίου 4

Ανάρτηση 1



   
       

ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΝΤΟΜΑΤΙΕΣ τὸ βρῆ­κε: μαῦ­ρο, ἐ­λα­στι­κό, μι­κρό. Τὸ τέν­τω­σε, σφεν­τό­να. Θυ­μή­θη­κε τὰ παι­δι­κά του: κον­το­παν­τέ­λο­να καὶ σα­γι­ο­νά­ρες ἀ­πὸ λά­στι­χα αὐ­το­κι­νή­του, γδαρ­μέ­να γό­να­τα καὶ κα­ρούμ­πα­λα στὸ μέ­τω­πο. Ἀ­νη­λε­ὴς πε­τρο­πό­λε­μος. Ἔ­βα­λε πέ­τρα στὴ σφεν­τό­να καὶ δο­κί­μα­σε. Ἄ­φη­σε τὴν τσά­πα καὶ στὰ 85 του ξα­νά­πια­σε τὸ ση­μά­δι: σκι­ού­ρια, κο­τσύ­φια καὶ γα­τιὰ πε­τά­γον­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ. Ἔ­τσι τὸν βρῆ­κε ἡ Ἠ­λέ­κτρα, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­νι­ψιοῦ: Ρά­θυ­μη καὶ σο­κο­λα­τέ­νια ἀ­πὸ τὰ μπά­νια, κα­τέ­βη­κε χο­ρευ­τι­κὰ τὴ σκά­λα ἀ­πὸ δί­πλα. «Ἄ, θεῖ­ε, τὸ στρίνγκ μου. Εὐ­χα­ρι­στῶ.» Τὸ πῆ­ρε μὲ φυ­σι­κό­τη­τα ἀπ΄ τὰ χέ­ρια του, καὶ τὸ ἔ­στρι­ψε χα­μο­γε­λών­τας γύ­ρω ἀπ΄ τὸ δά­χτυ­λό της. Ὁ κὺρ Πα­να­γι­ώ­της κα­τα­κόκ­κι­νος, ἔ­μει­νε νὰ κοι­τᾶ τὴ γυ­μνή της πλά­τη καὶ τὸ κον­τὸ νυ­χτι­κὸ κα­θὼς ἔ­φευ­γε.



Ἄλ­λες ντο­μά­τες δὲν ἔ­φα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι. Οἱ ντο­μα­τι­ές, κά­τω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι καὶ τὴν ἁ­πλώ­στρα τῆς Ἠ­λέ­κτρας, κη­ρύ­χθη­καν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη ζώ­νη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ποίηση

Η ποίηση ανέκαθεν είχε μια μυστηριακή, ευεργετική ιδιότητα στο να απαλύνει τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και να «καθαγιάζει» τα ...