ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΝΤΟΜΑΤΙΕΣ τὸ βρῆκε: μαῦρο, ἐλαστικό, μικρό. Τὸ τέντωσε, σφεντόνα. Θυμήθηκε τὰ παιδικά του: κοντοπαντέλονα καὶ σαγιονάρες ἀπὸ λάστιχα αὐτοκινήτου, γδαρμένα γόνατα καὶ καρούμπαλα στὸ μέτωπο. Ἀνηλεὴς πετροπόλεμος. Ἔβαλε πέτρα στὴ σφεντόνα καὶ δοκίμασε. Ἄφησε τὴν τσάπα καὶ στὰ 85 του ξανάπιασε τὸ σημάδι: σκιούρια, κοτσύφια καὶ γατιὰ πετάγονταν ἀπὸ παντοῦ. Ἔτσι τὸν βρῆκε ἡ Ἠλέκτρα, ἡ γυναίκα τοῦ ἀνιψιοῦ: Ράθυμη καὶ σοκολατένια ἀπὸ τὰ μπάνια, κατέβηκε χορευτικὰ τὴ σκάλα ἀπὸ δίπλα. «Ἄ, θεῖε, τὸ στρίνγκ μου. Εὐχαριστῶ.» Τὸ πῆρε μὲ φυσικότητα ἀπ΄ τὰ χέρια του, καὶ τὸ ἔστριψε χαμογελώντας γύρω ἀπ΄ τὸ δάχτυλό της. Ὁ κὺρ Παναγιώτης κατακόκκινος, ἔμεινε νὰ κοιτᾶ τὴ γυμνή της πλάτη καὶ τὸ κοντὸ νυχτικὸ καθὼς ἔφευγε.
Ἄλλες ντομάτες δὲν ἔφαγε ἐκεῖνο τὸ καλοκαίρι. Οἱ ντοματιές, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ μπαλκόνι καὶ τὴν ἁπλώστρα τῆς Ἠλέκτρας, κηρύχθηκαν ἀπαγορευμένη ζώνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου