Ὁ ἄσωτος ἀδελφὸς
ΛΙΑ οὔτε ποὺ τὸν πρόσεξε μπαίνοντας. Κάτι γύρισε νὰ πεῖ στὸν Τάκη καὶ τότε εἶδε τὸν Τζένι ποὺ ἦταν ἀκόμη κάτω. Κούνησε τὸ κεφάλι της καὶ ἔφυγε. Μετὰ ἀπὸ λίγο γύρισε ὁ Τάκης μὲ τὸ τσαντάκι του στὸ χέρι. Ἔβγαλε ἀπὸ μέσα εἴκοσι, σαράντα εὐρώ. «Γιὰ νὰ μὴ μὲ πρήζεις.» Ὁ Τζένι ἔτριψε τὸ σημάδι ποὺ τοῦ εἶχε μείνει ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ πλακακιοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας φαινόταν ἡ Λία ποὺ ἔβγαζε τὰ ροῦχα της. Ἔριξε μιὰ μπουνιὰ καὶ τὸ ποτήρι μὲ τὸν φραπὲ ἔγινε θρύψαλα στὸν τοῖχο. Στὸ ὑπνοδωμάτιο ἀκούστηκε ἕνα ἐλαφρὺ μουρμουρητό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου